Free songs
  •  
  •  

Ο πιο κυνικός αστός πολιτικός

«Μητσοτάκη κάθαρμα». Ηταν ένα από τα συνθήματα που φώναζαν ρυθμικά δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτών στα Ιουλιανά του 1965. «Αέρα, αέρα, να φύγει η χολέρα». Ηταν ένα από τα κεντρικά συνθήματα των εργατικών κινητοποιήσεων της περιόδου 1990-1993, της μοναδικής περιόδου που ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξε πρωθυπουργός. Σ’ αυτά τα συνθήματα ενός αυθόρμητου εργατολαϊκού κινήματος, που τα χωρίζει ένα τέταρτο του αιώνα, αποτυπώνεται η εδραία πεποίθηση που σχημάτισε η πλειοψηφία του λαού για τον συγκεκριμένο πολιτικό. Μια πεποίθηση που δε σχηματίστηκε ερήμην της αστικής πολιτικής, αλλά με την καθοριστική επίδρασή της. Μολονότι ο Μητσοτάκης δεν έγινε πρωθυπουργός της «αποστασίας», τα ηγετικά κλιμάκια της Ενωσης Κέντρου των Παπανδρέου και ο Τύπος που τους στήριζε τον υπέδειξαν ως εγκέφαλο της «αποστασίας» και ο λαός που ξεσηκώθηκε δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Οταν ο Μητσοτάκης κατάφερε να γίνει πρωθυπουργός, επιτέθηκε με λύσσα ενάντια στα εργατικά δικαιώματα και από τη μεγάλη απεργία των εργατών της ΕΑΣ (τα μπλε λεωφορεία, όπως λέγονταν τότε) κυριάρχησε το δεύτερο σύνθημα που παραθέσαμε, το οποίο τον συνόδευσε μέχρι την ταπεινωτική πτώση της κυβέρνησής του.

Φυσικά, τώρα που ο Μητσοτάκης πέθανε, σε ηλικία 99 ετών, περίσσεψαν οι έπαινοι από φίλους και (αστούς) πολιτικούς αντιπάλους, ως είθισται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Διότι η αστική πολιτική έχει καθιερώσει μια δική της, κουτοπόνηρη εφαρμογή του αποστολικού «ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας» (Παύλος προς Ρωμαίους). Μολονότι οι ερμηνευτές των χριστιανικών γραφών επιμένουν πως η σωστή ερμηνεία της συγκεκριμένης αποστροφής δεν είναι ότι αυτός που πέθανε συγχωρέθηκε για τις αμαρτίες του, αλλά ότι -ως νεκρός- δεν μπορεί πια να διαπράξει αμαρτίες, όλες οι μερίδες της αστικής πολιτικής εξυμνούν όποιον από τη φάρα τους πεθαίνει, προσδοκώντας ότι την ίδια τύχη θα έχουν όλοι τους, εξασφαλίζοντας έτσι μια καλή υστεροφημία.

Εμείς φυσικά δεν έχουμε κανένα λόγο να τους ακολουθήσουμε σ’ αυτή την τακτική. Γι’ αυτό και με την ευκαιρία της εκστρατείας αγιοποίησης του Μητσοτάκη από την αστική πολιτική, θα θυμίσουμε μερικά πράγματα για τον θανόντα, κρίνοντάς τον όχι τόσο ως πρόσωπο όσο ως πρόσωπο ενταγμένο στην ελληνική αστική πολιτική, την οποία υπηρέτησε πιστά επί πολλές δεκαετίες.

Επί της ουσίας, ο Μητσοτάκης δε διέφερε από τους άλλους αστούς πολιτικούς της πρώτης γραμμής. Υπηρέτησε τον ελληνικό καπιταλισμό και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση με την ίδια στοχοπροσήλωση που έδειξαν και οι υπόλοιποι αστοί πολιτικοί των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων (Λαϊκοί και Φιλελεύθεροι στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, Δεξιοί και Κεντρώοι από τον εμφύλιο μέχρι τη χούντα, Πασόκοι και Νεοδημοκράτες  μετά την πτώση της χούντας). Το προσωπικό του στιλ, όμως, με κύριο χαρακτηριστικό τον κυνισμό με τον οποίο διατύπωνε τις αντιδραστικές και ξενόδουλες απόψεις του, σε συνδυασμό με τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραμάτισε την περίοδο της «αποστασίας» (που ως γνωστόν τη διαδέχτηκε η χούντα), τον κατέστησαν αποκρουστικό σε ευρύτατα λαϊκά στρώματα, πράγμα το οποίο δεν άφησαν ανεκμετάλλευτο οι πολιτικοί του αντίπαλοι και ιδιαίτερα ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ο τελευταίος αντιμετώπιζε τον Μητσοτάκη στη Βουλή. Οσα επιχειρήματα κι αν ανέπτυσσε ο Μητσοτάκης, ο Παπανδρέου πετούσε μερικές κορόνες περί «Εφιάλτη της δημοκρατίας» και καθάριζε, δραπετεύοντας από την ουσία. Βέβαια, κάποια στιγμή αυτά τελείωσαν. Ο Παπανδρέου βυθίστηκε στα σκάνδαλα και την προσωπική παρακμή, ο Μητσοτάκης τον νίκησε κατά κράτος, όμως χρειάστηκε να τον νικήσει τρεις φορές για να γίνει πρωθυπουργός, γιατί ο Παπανδρέου, με αρχιτέκτονα τον Κουτσόγιωργα (που πέθανε στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου κατηγορούμενος για οικονομικά σκάνδαλα), άλλαξε τον εκλογικό νόμο έτσι που το πρώτο κόμμα να μην παίρνει αυτοδυναμία. Ετσι, ο Μητσοτάκης μολονότι πήρε 47% , είχε μόνο 150 έδρες και χρειάστηκε να «πείσει» τον μοναδικό βουλευτή της ΔΗΑΝΑ του Κ. Στεφανόπουλου (Θεόδωρος Κατσίκης, πατέρας του σημερινού βουλευτή των ΑΝΕΛ) να προσχωρήσει στη ΝΔ, για να σχηματίσει κυβέρνηση με οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ζώντας στη σκιά ηγετών του αστικού στρατοπέδου (αρχικά του Σοφοκλή Βενιζέλου, μετά του Γεωργίου Παπανδρέου, στη συνέχεια του Κωνσταντίνου Καραμανλή), ο Μητσοτάκης ήταν υποχρεωμένος να υιοθετήσει ένα στιλ «ανθρώπου για τις βρόμικες δουλειές». Αρχιτέκτονας της «αποστασίας» του 1965, ενδιάμεσος του παλατιού με τη χούντα στη συνέχεια, κατάφερε να ξαναμπεί στη Βουλή το 1977, χάρη στην τεράστια υποστήριξη των Βαρδινογιάννηδων. Το Κόμμα Νεοφιλελευθέρων που ίδρυσε πήρε μόλις 55.494 ψήφους (ποσοστό 1,08%, αλλά τότε δεν υπήρχε το όριο του 3% για είσοδο στη Βουλή), από τις οποίες 38.368 στην Κρήτη (το 70% του συνόλου των ψήφων του). Χάρη στον προσωπικό μηχανισμό του Μητσοτάκη στα Χανιά και στο χρήμα που σκόρπισαν οι Βαρδινογιάννηδες, εκλέχτηκαν βουλευτές ο Μητσοτάκης και ο Παύλος Βαρδινογιάννης. Οταν ο Καραμανλής έβαλε μπροστά το σχέδιο «διεύρυνση προς το Κέντρο» και άρχισε να παίρνει στη ΝΔ τους βουλευτές της καταρρέουσας Ενωσης Κέντρου, ο Μητσοτάκης με τον Βαρδινογιάννη ήταν οι πρώτοι που προσχώρησαν στη ΝΔ, λίγους μήνες μετά τις εκλογές.

Και πάλι, όμως, ο Μητσοτάκης ήταν ξένο σώμα στη ΝΔ. Τον Καραμανλή διαδέχτηκε ο Ράλλης (με αποστολή να χρεωθεί την επερχόμενη εκλογική συντριβή από το ΠΑΣΟΚ) και τον Ράλλη ο Αβέρωφ, που ήταν εκείνος που έδωσε στη συνέχεια το χρίσμα στον Μητσοτάκη, κρίνοντας ότι μόνον αυτός θα μπορούσε κάποια στιγμή να κερδίσει τον Α. Παπανδρέου, όχι μόνο λόγω της παλιάς έχθρας τους, αλλά και λόγω του αδίστακτου χαρακτήρα του. Οπως και έγινε τελικά. Ο Μητσοτάκης, με τη συνεργασία του Φλωράκη και του Κύρκου, που φιλοδοξούσαν να κάνουν τον ενιαίο Συνασπισμό «ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ», έστειλαν τον Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο, κατηγορούμενο για το σκάνδαλο Κοσκωτά, καταφέρνοντας απλά να τον ηρωποιήσουν στα μάτια των οπαδών του, με τη βοήθεια φυσικά της πολιτικής Μητσοτάκη, μιας πολιτικής βαθύτατα αντιλαϊκής, κατασταλτικής και ξενόδουλης. Ο Μητσοτάκης ξεκίνησε τις νεοφιλελεύθερες ιδιωτικοποιήσεις με τους «νοικοκυραίους» στους οποίους παρέδωσε τα λεωφορεία της κρατικής ΕΑΣ. Ο Μητσοτάκης είναι ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του αγωνιστή καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα, καθώς ξαμόλυσε τους «αγανακτισμένους πολίτες» της ακροδεξιάς για να σπάσουν με τη βία τις μαθητικές καταλήψεις. Ο Μητσοτάκης είπε την παροιμιώδη φράση «το κράτος είστε εσείς», απευθυνόμενους στους μπάτσους.  Ο Μητσοτάκης έστειλε φρεγάτες να συμμετάσχουν στον πρώτο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο του Κόλπου. Ο Μητσοτάκης καθιέρωσε τον όρο «λαθρομετανάστης», πυροδοτώντας την ανάπτυξη του ρατσισμού και του εθνικισμού.

Αυτός είναι ο πολιτικός που τιμά το αστικό στρατόπεδο, κηρύσσοντας τετραήμερο κρατικό πένθος. Αφήσαμε για το τέλος μια σύντομη αναφορά στην υποτιθέμενη πατριωτική δράση του καθώς και στην υποτιθέμενη μεσολάβησή του που κατάφερε να μην υπάρξει εμφύλιος στην Κρήτη.

Ο Μητσοτάκης δεν υπήρξε συνεργάτης των γερμανών κατακτητών, όπως κάποια στιγμή προσπάθησε να του φορτώσει ο Κουρής, κάνοντας με την «Αυριανή» τη βρόμικη δουλειά του ΠΑΣΟΚ. Ο Μητσοτάκης υπήρξε άνθρωπος των Αγγλων. Και πρέπει να βρισκόταν από νέος ψηλά στην ιεραρχία των αγγλόδουλων. Ο αείμνηστος σύντροφός μας Ρούσσος Μπολουδάκης, καπετάνιος της πρώτης ανταρτοομάδας του ΕΛΑΣ στα Λευκά Ορη, διηγιόταν πώς γνώρισε τον Μητσοτάκη, σε σύσκεψη που έγινε σ’ ένα μιτάτο της Μαδάρας, με τη συμμετοχή αντιπροσωπειών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, από τη μια, με επικεφαλής τον στρατηγό Μανώλη Μάντακα και τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη, και των Αγγλων, από την άλλη, που εκπροσωπούνταν από αξιωματικούς της Ιντέλιτζεντ Σέρβις και από τον… 25χρονο Μητσοτάκη. Τον ξανασυνάντησε αργότερα στις φυλακές της Αγιάς, όπου οι ΕΛΑΣίτες Μπολουδάκηδες (τρία αδέρφια και ο σύζυγος της αδερφής τους, το επώνυμο του οποίου μας διαφεύγει) περίμεναν τον θάνατο, αφού προηγουμένως είχαν περάσει τα πιο φρικτά βασανιστήρια από τους ναζί. Είχαν πιαστεί κατόπιν προδοσίας, όταν πήγαν να πάρουν εφόδια. Ο Μητσοτάκης ανταλλάχτηκε με ανώτατο αξιωματικό της Βέρμαχτ, που ήταν αιχμάλωτος των Αγγλων στην Αφρική. Τόσο σημαντικός ήταν για την Ιντέλιτζεντ Σέρβις. Οσο για τους Μπολουδάκηδες, γλίτωσαν την αγχόνη επειδή οι ναζί είχαν ήδη αρχίσει να χάνουν  τον πόλεμο και ήθελαν χέρια στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Στάλθηκαν στο Ματχάουζεν, απ’ όπου γύρισε μόνον ο Ρούσσος, ο μικρότερος. Οι άλλοι δύο και ο γαμπρός τους, μαχητές στη Μάχη της Κρήτης, αντάρτες του ΕΛΑΣ στη συνέχεια, άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο Ρούσσος Μπολουδάκης έγινε στη συνέχεια μαχητής του ΔΣΕ. Κι είχε να λέει πως τον εμφύλιο στην Κρήτη από τη μεριά των μοναρχοφασιστών τον διηύθυνε πολιτικά ο Μητσοτάκης και στρατιωτικά ο περιβόητος Γύπαρης με τους δολοφόνους του. Εκτελούσαν κομμουνιστές και αριστερούς και παλούκωναν τα κεφάλια τους στην είσοδο των Χανίων, προς παραδειγματισμό. Ατελείωτος είναι ο κατάλογος των ηρωικών νεκρών του αγώνα, του εμφύλιου που «δεν έγινε», όπως ανερυθρίαστα ισχυριζόταν ο Μητσοτάκης: Δημήτρης Μακριδάκης, γραμματέας της Νομαρχιακής του ΚΚΕ, Γιώργης Τσιτήλος, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, ο γιατρός Σταματάκης, η ηρωίδα δασκάλα Βαγγελιώ Κλάδου και τόσοι άλλοι. Ανάμεσά τους και ο «άρχοντας της Σαμαριάς», Θοδωρής Βίγλης, που τον έφαγαν με μπαμπεσιά (στα ίσια δε θα μπορούσαν ποτέ να τον νικήσουν), επειδή ήταν αυτός που βοήθησε τους περικυκλωμένους στο φαράγγι της Σαμαριάς αντάρτες του ΔΣΕ να βγουν από τον κλοιό. Αυτός ήταν ο «πατριώτης» Μητσοτάκης, που τιμούσε τον Γύπαρη για την αντιμετώπιση του «συμμοριτισμού».

 

Πηγή: http://www.eksegersi.gr/