Free songs
  •  
  •  
  • Home
  • /ΑΣΕ
  • /Αλλαγές που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα των αντιεκπαιδευτικών νόμων

Αλλαγές που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα των αντιεκπαιδευτικών νόμων

 

Το υπουργείο Παιδείας κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο που συζητήθηκε την προηγούμενη βδομάδα και αφορά την Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Πρόκειται για νομοθετικές πρωτοβουλίες που συνεχίζουν να εφαρμόζουν τους αντιεκπαιδευτικούς νόμους της προηγούμενης συγκυβέρνησης (4186/2013 για το Λύκειο, 3966/2011 για τα Πρότυπα – Πειραματικά Σχολεία), αντίθετα με αυτό που ζητούσε το συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών και των γονιών.

Τροποποιούν ορισμένες μόνο διατάξεις τους, «λειαίνουν» ορισμένες «οξείες γωνίες» και ταυτόχρονα εξασφαλίζουν τη συνέχιση της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής, του «Νέου Σχολείου», της στρατηγικής της ΕΕ και του ΟΟΣΑ για την Εκπαίδευση.

Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες πρέπει να κριθούν στο σύνολό τους, όχι μόνο για το τι αλλάζουν, αλλά και για το τι αφήνουν άθικτο από το αντιδραστικό νομοθετικό πλαίσιο.

Μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν κριτήριο ψήφου, ταυτόχρονα με την απόρριψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των δίκαιων αιτημάτων των εκπαιδευτικών, των γονιών και των μαθητών (διορισμοί, χρηματοδότηση σχολείων, Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για τα ταμειακά διαθέσιμα, ωράριο, μείωση του αριθμού των παιδιών στην τάξη, επαναλειτουργία των σχολείων που έκλεισαν) μπροστά στις αρχαιρεσίες των ΕΛΜΕ και των Συλλόγων για την ανάδειξη αντιπροσώπων για τα συνέδρια ΟΛΜΕ και ΔΟΕ, μπροστά στα συνέδρια των Ενώσεων Γονέων, που ξεκινούν τις επόμενες μέρες.

Το ανταγωνιστικό, ταξικό Λύκειο παραμένει

Συγκεκριμένα:

Για το Γενικό Λύκειο: Από το Νόμο 4186/2013 αλλάζει το εξεταστικό σύστημα για την πρόσβαση σε πανεπιστήμια – ΤΕΙ, με την προσθήκη ουσιαστικά ενός ακόμα μαθήματος επιλογής και ορισμένες αλλαγές στις Ομάδες Προσανατολισμού, παραμένει συμβουλευτικά η Τράπεζα Θεμάτων (δεν καταργείται, αλλά χωρίς να μπαίνουν θέματα από αυτήν) και επανέρχεται ο τρόπος πρόσβασης (από τάξη σε τάξη) που ίσχυε μέχρι τη σχολική χρονιά 2012 – 2013.

Σημειώνουμε ότι το συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών και των γονιών, πρόβαλλε σωστά σαν άμεσες αιχμές την Τράπεζα Θεμάτων (μέτρα που επιχείρησαν να διώξουν χιλιάδες μαθητές από το λύκειο, για να στραφούν βίαια στην πρόωρη κατάρτιση), αλλά ταυτόχρονα απαιτούσε τη συνολική κατάργηση του νόμου 4186/2013.

Το κύριο είναι όμως ότι με το νόμο αυτό το Λύκειο μετατρεπόταν, σε βάρος της γενικής μόρφωσης και εκπαίδευσης, σε ένα ατελείωτο εξεταστικό κέντρο, ανταγωνιστικό, με μοναδική αποστολή την προετοιμασία για την είσοδο των μαθητών στο Πανεπιστήμιο, μόνο για όσους γονείς και μαθητές είχαν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στο κόστος της προετοιμασίας για τις Πανελλαδικές. Ενα Λύκειο δηλαδή ακόμα πιο ταξικό, που φυσικά δεν καταργείται, αλλά παραμένει. Ουδέποτε αποτέλεσε αίτημα εκπαιδευτικών, γονιών και μαθητών η προσθήκη «περισσότερων μαθημάτων – επιλογών» για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις, αλλαγές άλλωστε που έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε, κάθε φορά που αλλάζει μια κυβέρνηση.

Μαθητεία, δεξιότητες και ψευτοκαταρτίσεις παραμένουν άθικτα

Για το Επαγγελματικό Λύκειο (ΕΠΑΛ): Επανέρχονται οι τομείς και οι ειδικότητες που καταργήθηκαν, οι εκπαιδευτικοί που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα (με τη δυνατότητα να διατίθενται και σε άλλες υπηρεσίες, όπως ΙΕΚ, στο επίπεδο του νομού). Την ώρα που υπάρχουν χιλιάδες κενά, ο αριθμός των εκπαιδευτικών που επιστρέφουν αφαιρείται από τις 15 χιλιάδες φετινές προσλήψεις, προκειμένου να διατηρηθεί ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, να μην υπάρχουν δημοσιονομικές υπερβάσεις. Μένουν άθικτα όλα τα άρθρα του νόμου 4186/2013 που ρυθμίζουν τη «μαθητεία» στο 4ο έτος των ΕΠΑΛ και προωθούν τη λεγόμενη «μη τυπική εκπαίδευση» (ΣΕΚ, ΙΕΚ, Κέντρα Διά Βίου Μάθησης κ.ά.).

Η σύνδεση του σχολείου με την αγορά εργασίας, δηλαδή η ακόμα μεγαλύτερη προσαρμογή του στις ανάγκες του κεφαλαίου και η στρατηγική της Διά Βίου Μάθησης, η κατάρτιση δηλαδή των μαθητών στις δεξιότητες που έχει ανάγκη κάθε φορά το κεφάλαιο, τα ιερά και τα όσια της στρατηγικής της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, μένουν άθικτα.

Αυτό φαίνεται στον ίδιο το νόμο που έφερε η κυβέρνηση, σύμφωνα με τον οποίο «τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών (εννοεί των ΕΠΑΛ) διαμορφώνονται σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του ευρωπαϊκού συστήματος πιστωτικών μονάδων για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (European Credit System for Vocational and Education and Training-ECVET), που περιγράφεται στη Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ C 155/02 της 8.7.2009)». Η Επαγγελματική Εκπαίδευση συνεχίζει να υποβαθμίζεται σε φτηνή κατάρτιση, σε ένα ατελείωτο κυνήγι «πιστωτικών μονάδων», βεβαιώσεων, σεμιναρίων, ψευτοκαταρτίσεων κ.ά., εντός ή εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος, με κριτήριο τις ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων για φτηνό εργατικό δυναμικό.

Αλλωστε, παρακάτω στο νόμο της συγκυβέρνησης αναφέρεται:

«Για τη διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών κάθε τομέα και ειδικότητας λαμβάνονται υπόψη, εφόσον υπάρχουν, και τα σχετικά επαγγελματικά περιγράμματα που πιστοποιούνται από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3369/2005 (Α’ 171)».

Ο νόμος 3369/2005 είναι ο «νόμος – πλαίσιο» της Διά Βίου Μάθησης, ενώ στο άρθρο 3, αναφέρεται ρητά ότι στη διαμόρφωση των επαγγελματικών περιγραμμάτων, θα συμμετέχουν και οι εργοδοτικές ενώσεις. Αναλυτικά προγράμματα, προγράμματα σπουδών, τομείς και ειδικότητες, «θα επανεκτιμώνται, αξιολογούνται και, αν κριθεί σκόπιμο, ανανεώνονται» (στο νόμο), προφανώς σύμφωνα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων.

Σημειώνουμε ότι παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες για κατάργηση των Σχολών Επαγγελματικής Κατάρτισης (υποσχέσεις που δόθηκαν και προς το ΔΣ της ΟΛΜΕ), η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας εγκαινίασε το προηγούμενο διάστημα 4 ΣΕΚ, που ανήκουν στη μη τυπική εκπαίδευση.

Πιστοί στη στρατηγική ΕΕ – ΟΟΣΑ

Η στρατηγική αυτή, της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, για την Επαγγελματική Εκπαίδευση δεν είναι καινούρια. Οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές την έχουν ζήσει καλά στο πετσί τους, με την κατακόρυφη πτώση του μορφωτικού επιπέδου στα ΕΠΑΛ, την αβεβαιότητα αν θα βγουν «υπεράριθμοι» εκπαιδευτικοί, για το αν θα υπάρχουν μαθητές την επόμενη χρονιά, με την κατάργηση των τομέων και των ειδικοτήτων. Η επαναφορά των τομέων και των ειδικοτήτων, όπως προβλέπεται στο νόμο της κυβέρνησης, αίτημα αδιαπραγμάτευτο του συνδικαλιστικού κινήματος, των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονιών, δεν αναιρεί το γεγονός ότι παραμένει αυτούσια μια στρατηγική που θέλει τα ΕΠΑΛ να είναι τα σχολεία «για τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», σχολεία για τον πρόωρο διαχωρισμό των μαθητών από την ηλικία των 15 ετών και την πρόωρη, εφήμερη κατάρτισή τους, για τις ανάγκες του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική αυτή δεν μπορεί να απαλλάξει τους εκπαιδευτικούς από το άγχος της εργασιακής ανασφάλειας. Οσο οι μαθητές επιλέγουν ειδικότητα και διαμορφώνονται Τομείς – Ειδικότητες, με κριτήριο το τι «ζητά η αγορά», με βάση τις μεταβαλλόμενες κάθε φορά ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα αντικαθίσταται σταδιακά η τυπική εκπαίδευση (σχολείο) από τη μη τυπική (ψευτοκατάρτιση) και άτυπη (αγορά εργασίας), τα σχολεία, οι οργανικές θέσεις των εκπαιδευτικών, θα είναι στον αέρα.

Για τα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία: Εδώ η κυβέρνηση δίνει κυριολεκτικά «τα ρέστα της». Δεν καταργεί το νόμο 3966/2011, ένα νόμο «κομμένο και ραμμένο» στη στρατηγική ΕΕ – ΟΟΣΑ και του «Νέου Σχολείου». Διαχωρίζει τα Πρότυπα από τα Πειραματικά Σχολεία, χωρίς όμως να καταργεί τα Πρότυπα, όπως υποσχόταν. Μειώνονται σε αριθμό, αλλά παραμένουν ως θεσμός στο σώμα του εκπαιδευτικού συστήματος, σηματοδοτώντας τον ταξικό του χαρακτήρα. Πρόκειται για τα σχολεία των λίγων, των αρίστων. Παραμένει και η δυνατότητα επιλογής μαθητών με εξετάσεις. Μάλιστα, η συγκυβέρνηση προχωρά σε κάτι που δεν τόλμησε καμία άλλη μέχρι τώρα. Δίνει τη δυνατότητα σε κάθε Πρότυπο Σχολείο να καθορίζει τον τρόπο επιλογής των μαθητών του, αλλά και βασικές πλευρές της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ανοίγει η συγκυβέρνηση με αυτό τον τρόπο το δρόμο στην περιβόητη αυτονομία της σχολικής μονάδας, βασική θέση του ΣΥΡΙΖΑ.

Διατηρείται όλο το πλαίσιο των Προτύπων

Διατηρείται ουσιαστικά όλο το πλαίσιο του «Νέου Σχολείου». Ο νέος νόμος διατηρεί αυτούσια τη Διοικούσα Επιτροπή Πρότυπων και Πειραματικών Σχολείων (ΔΕΠΠΣ) και τις αρμοδιότητές της, όπως να διενεργεί εξωτερική αξιολόγηση των Πειραματικών και Πρότυπων σχολείων και να προσελκύει δωρεές και χορηγούς, διατηρεί τη δυνατότητα χρηματοδότησης του Πρότυπου ή Πειραματικού σχολείου μέσα από χορηγίες – δωρεές, διατηρεί το άρθρο 43, όπου το Σχολικό Συμβούλιο (συμμετέχει ο Δήμος), μπορεί να εισηγείται τη διάθεση και αξιοποίηση πόρων, πέραν αυτών που διαχειρίζεται η αρμόδια Σχολική Επιτροπή.

Διατηρείται η επί θητεία παραμονή των εκπαιδευτικών, χωρίς οργανική θέση, αφού πουθενά στο νόμο δεν γίνεται αναφορά σε αυτές. Διατηρείται η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ανά διετία και 3 μήνες πριν λήξει η 5ετής θητεία. Παραμένει η υποχρέωση να μπαίνει ο σχολικός σύμβουλος στην τάξη, για να αξιολογήσει τον εκπαιδευτικό.

Διατηρείται η υποχρέωση εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης για κάθε Πειραματικό ή Πρότυπο σχολείο (άρθρο 50, ν. 3966/2011).

 

Διευθυντές δεσμευμένοι στην κυβερνητική πολιτική

Για την επιλογή των Διευθυντών των σχολείων: Καταργείται η συνέντευξη και η γνώμη των εκπαιδευτικών του σχολείου (Σύλλογος Διδασκόντων) θα μετρά σε ποσοστό, το πολύ ως 33%. Το υπόλοιπο ποσοστό θα καθορίζεται από τα τυπικά προσόντα.

Η συγκυβέρνηση επιχειρεί να ανάγει το ζήτημα αυτό σε κύριο, δημιουργώντας ταυτόχρονα και αυταπάτες, ότι η συμβολή του Συλλόγου Διδασκόντων στην επιλογή διευθυντή, θα κάνει και το σχολείο «πιο δημοκρατικό». Ασφαλώς και η διατύπωση γνώμης από τους εκπαιδευτικούς δεν είναι κάτι το αρνητικό. Το κύριο ζήτημα όμως παραμένει, όχι ποιος θα εκλέγει το διευθυντή, αλλά τι θα εφαρμόζει αυτός ο διευθυντής, πάνω σε ποιο νομοθετικό πλαίσιο θα κινείται και φυσικά πού θα λογοδοτεί, ποιος θα τον ελέγχει. Είναι σαφές ότι ο διευθυντής παραμένει δεσμευμένος και υποχρεωμένος να εφαρμόζει την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, να λογοδοτεί στους ανωτέρους του για την προώθησή της, την ώρα που δεν διευρύνονται οι αρμοδιότητες του Συλλόγου Διδασκόντων.

 

Του

Ηλία ΠΑΤΙΔΗ*

*Ο Ηλίας Πατίδης είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ και της Πανελλαδικής Γραμματείας Εκπαιδευτικών του ΠΑΜΕ